Αγριόγιδο

Επιστημονικό όνομα: Rupicapra rupicapra

Περιγραφή

EKBY 4052 5482-221Πρόκειται για είδος μικρής αντιλόπης που ανήκει στην οικογένεια των Βοοειδών (Bovidae). Το αγριόγιδο της Ελλάδας (Rupicapra rupicapra balcanica) θεωρείται υποείδος του αγριόγιδου (Rupicapra rupicapra) που απαντά στους ορεινούς όγκους της νότιας και κεντρικής Ευρώπης και στον Καύκασο. Συγκαταλέγεται στα ομορφότερα ορεσίβια θηλαστικά των βουνών της χώρας μας. Δεν ανήκει στο ίδιο είδος με το αγρίμι (αγριοκάτσικο ή κρι-κρι) της Κρήτης και δεν διασταυρώνεται με τη γίδα. Στην Ελλάδα, το αγριόγιδο θεωρείται σπάνιο είδος και απειλείται με εξαφάνιση. Στον Όλυμπο, αλλά και στις ορεινές περιοχές της Πίνδου, της Ροδόπης και της Στερεάς Ελλάδας ζουν απομονωμένοι περίπου 20 μικροί πληθυσμοί (των 10 έως 150 ατόμων ο καθένας) που συνολικά δεν αριθμούν περισσότερα από 750 αγριόγιδα.

Το θερινό του τρίχωμα είναι καφε-κόκκινο ή κιτρινωπό, ενώ τον χειμώνα πυκνώνει και αλλάζει χρώμα σε σκούρο καστανό, σχεδόν μαύρο. Το κεφάλι του είναι λευκό με χαρακτηριστικές σκουρόχρωμες λωρίδες που ξεκινάνε από τα κέρατα και φθάνουν στα ρουθούνια (μία σε κάθε πλευρά). Τα κέρατα που αναπτύσσονται και στα δύο φύλα, είναι λεπτά με κατεύθυνση προς τα πάνω, σε σχήμα αντιστραμμένου αγκιστριού. Τα νεαρά άτομα έχουν ανοιχτόχρωμο τρίχωμα κατά τη γέννηση, το οποίο βαθμιαία γίνεται σκουρότερο, κοκκινωπού-γκρίζου χρώματος. Τα πόδια του καταλήγουν σε σκληρές ελαστικές οπλές, οι οποίες προσφέρουν σταθερό πάτημα στις μικρές προεξοχές των βράχων αλλά και στο παγωμένο χιόνι. Σε περιόδους κατά τις οποίες το χιόνι είναι μαλακό, οι χηλές (δηλαδή τα δάκτυλα) ανοίγουν έτσι ώστε το ζώο να έχει μεγαλύτερη επιφάνεια στήριξης και να μην βουλιάζει. Είναι ζώο εξαιρετικά ευκίνητο και μπορεί με ένα άλμα να διανύσει απόσταση μεγαλύτερη των 7 m ή να πέσει κατακόρυφα από ύψος 15 μέτρων.

Το αγριόγιδο έχει συνολικό μήκος 1,10 - 1,35 μέτρα και ύψος στους ώμους 0,75 - 0,85 μέτρα. Τα κέρατά του φθάνουν έως και 25 εκατοστά. Το βάρος του κυμαίνεται μεταξύ 25 και 45 κιλά. Τα αρσενικά είναι πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά.

Τα αγριόγιδα στη φύση ζουν έως 17 έτη. Προτιμούν τις απότομες και βραχώδεις τοποθεσίες σε ορεινές περιοχές. Τον χειμώνα απαντούν σε δασωμένες, επικλινείς πλαγιές με κωνοφόρα ή μικτά δάση (σε υψόμετρο 700 - 1.400), ενώ το καλοκαίρι ανεβαίνουν πάνω από το δασοόριο (1.500 - 2.900 μέτρα). Το διαιτολόγιό τους περιλαμβάνει κυρίως χόρτα, ενώ τον χειμώνα, όταν η βλάστηση είναι δυσεύρετη, συμπληρώνεται με φύλλα, βελόνες κωνοφόρων, οφθαλμούς δένδρων, τρυφερά κλαδιά και λειχήνες.

Τα θηλυκά, μαζί με τα νεαρά αγριόγιδα, σχηματίζουν, συνήθως, κοπάδια των 5 - 15 ατόμων, ενώ τα αρσενικά ζουν μόνα τους, σε επικράτειες. Το αγριόγιδο ωριμάζει αναπαραγωγικά στην ηλικία των τεσσάρων ετών. Τα αρσενικά διαθέτουν ειδικούς αδένες πίσω από τα κέρατά τους, με τις εκκρίσεις των οποίων καθορίζουν τις περιοχές τους. Η αναπαραγωγική περίοδος ξεκινά τον Οκτώβριο, οπότε τα μοναχικά αρσενικά εγκαταλείπουν τις επικράτειες και ενώνονται με τις ομάδες θηλυκών και μικρών στα αλπικά λιβάδια, τις οποίες υπερασπίζονται από τυχόν αντίζηλους. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων με άλλα αρσενικά μπορούν να συμβούν τραυματισμοί. Τον Απρίλιο, τα έγκυα θηλυκά χωρίζουν από τα μικρά του προηγούμενου έτους και σχηματίζουν μικρές ομάδες, στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν άλλα θηλυκά και ανώριμα άτομα. Οι γέννες, συνήθως, συμπίπτουν στα τέλη Απριλίου και Ιουνίου (διάρκεια κυοφορίας 150 - 170 ημέρες). Τα θηλυκά γεννούν συνήθως 1 και σπανιότερα 2 νεογνά, σε απομονωμένα γιατάκια. Τα μικρά αναπτύσσονται γρήγορα και χαρακτηρίζονται από μεγάλη ευκινησία και δραστηριότητα.

Σε ένα υγιές οικοσύστημα, ο ρόλος του αγριόγιδου είναι πολύ σημαντικός, αφού οι πληθυσμοί του αποτελούν αξιόλογη τροφική πηγή για τα ζώα που βρίσκονται σε ανώτερη από το ίδιο θέση στην τροφική αλυσίδα, όπως είναι ο λύκος (ο κυριότερος φυσικός εχθρός του), ο λύγκας και ο χρυσαετός. Επιπλέον, τα αγριόγιδα που πεθαίνουν εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών (κρύο και πείνα) κατά τη διάρκεια του χειμώνα παίζουν ρόλο και στη διατροφή των όρνεων.

Η κυριότερη απειλή για το αγριόγιδο είναι η λαθροθηρία, αφού το κυνήγι του είδους απαγορεύθηκε από το 1969. Η διάνοιξη ορεινού οδικού δικτύου ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, διευκόλυνε το έργο των λαθροκυνηγών, καθιστώντας προσιτές όλες τις έως τότε δυσπρόσιτες ορθοπλαγιές των βουνών. Απειλή για το είδος, ωστόσο, αποτελεί και η καταστροφή και υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων τους. Προβλήματα, τέλος, προκαλεί και η γενετική αποδυνάμωση του είδους, λόγω της σταδιακής συρρίκνωσης και απομόνωσης των πληθυσμών του. Συγκεκριμένα, η απουσία επικοινωνίας και ανταλλαγής γονιδίων μεταξύ των πληθυσμών των διαφόρων περιοχών μειώνει τις πιθανότητες επιβίωσης του είδους στο απώτερο μέλλον.

Εξάπλωση

Οι πρόγονοι του αγριόγιδου, με καταγωγή την κεντρική Ασία, εμφανίσθηκαν στα βουνά της Ευρώπης πριν από 2 εκατομμύρια έτη περίπου. Σήμερα, στη νότια και κεντρική Ευρώπη αλλά και στον Καύκασο απαντούν δύο είδη αγριόγιδου, τα οποία διακρίνονται σε αρκετά υποείδη, γεγονός που οφείλεται στη μακρόχρονη έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των πληθυσμών του είδους.

Η ευρωπαϊκή εξάπλωση του αγριόγιδου περιορίζεται σε ορεινές περιοχές της Ευρώπης, με εξαίρεση τον βορά (Σκανδιναβία, Κάτω Χώρες, Χώρες Βαλτικής κ.λπ.) και τα νησιά. Ο πληθυσμός τους υπολογίζεται σε 440.000 άτομα, με σταθερές ή πτωτικές τάσεις. Σε ορισμένες προστατευόμενες περιοχές, οι πληθυσμοί είναι υψηλοί και μπορεί να φθάσουν τα 20 άτομα ανά εκτάριο. Ωστόσο, κάποια υποείδη θεωρούνται απειλούμενα (π.χ. το Rupicapra rupicapra cartusiana στις γαλλικές Άλπεις υπολογίζεται ότι αριθμεί περίπου 2.000 άτομα).

Η γεωγραφική εξάπλωση του βαλκανικού υποείδους του αγριόγιδου είναι ασυνεχής στη βαλκανική χερσόνησο. Σε αρκετές βαλκανικές χώρες, όπως η Κροατία, η ΠΓΔΜ και Σλοβενία, που αριθμούν συνολικά περισσότερα από 11.000 άτομα, η κατάστασή του θεωρείται ασφαλής. Στην Αλβανία κατατάσσεται στην κατηγορία τρωτά (1.050 άτομα), ενώ στη Βουλγαρία θεωρείται σπάνιο (1.600 άτομα).

Στην Ελλάδα, κατά το παρελθόν, το αγριόγιδο απαντούσε σε όλα τα βουνά της ηπειρωτικής χώρας. Σήμερα, μικροί και απομονωμένοι πληθυσμοί επιβιώνουν στον Όλυμπο, τη βόρεια και νότια Πίνδο, τη Ροδόπη, τη Γκιώνα, την Οίτη και σε δύο ακόμη ορεινές,