Τρανορινόλοφος

Επιστημονικό όνομα: Rhinolophus ferrumequinum

Περιγραφή

Ο τρανορινόλοφος, όπως και τα άλλα είδη της οικογένειας των ρινολόφων, οφείλει την ονομασία του σε μια μεμβρανώδη απόφυση στα ρουθούνια του που μοιάζει με πέταλο. Στο αυτί δεν έχει τη χαρακτηριστική απόφυση άλλων ειδών νυχτερίδας (τράγος), αλλά μια εκπτύχωση του δέρματος. Ξεκουράζεται κρεμασμένος με το κεφάλι προς τα κάτω τυλίγοντας ολόκληρο το σώμα του με τη μεμβράνη των πτερύγων. Το πυκνό, μαλακό τρίχωμα του σώματος είναι συνήθως καφέ ανοικτό. Η μεμβράνη των πτερύγων και τα μεγάλα αυτιά είναι ανοικτόχρωμα γκρίζο-καφέ.

Είναι το μεγαλύτερο είδος της οικογένειας των ρινολόφων και μία από τις μεγαλύτερες νυχτερίδες της Ελλάδας. Το μήκος του σώματος είναι 5,6 - 7,1 εκατοστά και της ουράς 3,3 - 4,3 εκατοστά. Το άνοιγμα των φτερών του τρανορινόλοφου είναι 29 - 35 εκατοστά και το βάρος του 14 - 34 γραμμάρια.

Απαντά συνήθως σε ανοικτά δάση και θαμνότοπους, συχνά κοντά σε ποταμούς ή άλλα επιφανειακά νερά.

Δραστηριοποιείται μετά τη δύση του ηλίου και κυνηγάει έντομα και κυρίως κολεόπτερα καθόλη τη διάρκεια της νύχτας. Συχνά χρησιμοποιεί προσωρινά καταφύγια τη νύχτα, κοντά στην περιοχή κυνηγιού, για να ξεκουραστεί μεταξύ των διατροφικών του εξορμήσεων. Συνήθως δεν απομακρύνεται πάνω από 8 km από το ημερήσιο καταφύγιο για να τραφεί. Ωστόσο, έχουν καταγραφεί και μεγαλύτερες μετακινήσεις, έως και 64 χιλιόμετρα. Διαχειμάζει συνήθως σε σπήλαια κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αλλά εάν ο καιρός είναι ήπιος μπορεί να βγει και να τραφεί. Εκτός από τα σπήλαια, ως καταφύγιο μπορεί να χρησιμοποιήσει και στέγες κτηρίων, κυρίως κατά το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι τα έγκυα θηλυκά σχηματίζουν αποικίες αποτελούμενες από 50 - 500 ή και περισσότερα θηλυκά και νεαρά, ενώ τα ενήλικα αρσενικά ζουν σε μικρές απομονωμένες ομάδες. Κάθε θηλυκό γεννάει ένα μόνο μικρό, συνήθως μετά από τον τρίτο έτος της ζωής του. Η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής για το είδος αυτό είναι 30 έτη που αποτελεί το μέγιστο όλων των ευρωπαϊκών ειδών νυχτερίδας.

Εξάπλωση

Είδος της κεντρικής και κυρίως της νότιας Ευρώπης, φθάνει βόρεια έως τη Ρουμανία και τη νότια Αγγλία. Εκτός Ευρώπης εξαπλώνεται στο δυτικό τμήμα της βόρειας Αφρικής, στην ανατολική Τουρκία και νότια έως τη χερσόνησο του Σινά, καθώς και στην περιοχή του Καυκάσου.

Καθεστώς προστασίας

Είναι απειλούμενο είδος, όπως και όλα σχεδόν τα είδη νυχτερίδων. Σε πολλές περιοχές, οι πληθυσμοί του έχουν μειωθεί σημαντικά ή έχουν εξαλειφθεί. Η κυριότερη αιτία είναι η αλλαγή των γεωργικών πρακτικών που οδηγεί σε μείωση της διαθεσιμότητας τροφής και η έντονη χρήση χημικών για φυτοπροστασία. Η τουριστική αξιοποίηση των σπηλαίων μειώνει τα διαθέσιμα καταφύγια για το είδος, με αποτέλεσμα να καταφεύγει στις σκεπές κτηρίων, όπου όμως καταδιώκεται ή πεθαίνει εξαιτίας των χημικών που χρησιμοποιούνται για την προστασία του ξύλου. Θεσμικά προστατεύεται από την εθνική νομοθεσία και περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης, αλλά και στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.